Wednesday, May 27, 2015

«Από τη Δημοκρατία στην Αγορά»

Αυτό τον υπότιτλο φέρει το τελευταίο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου, «Αγορά», που ταξιδεύοντας έφτασε πριν λίγες μέρες και στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Μονάχου και όπου είχαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε κι εμείς στη μεγάλη οθόνη. Μπορεί πολλά απ΄ αυτά που είδαμε και ακούσαμε να μας ήταν λίγο-πολύ γνωστά. Όπως παραδείγματος χάριν ότι πολλοί αξιωματούχοι, εντός και εκτός της χώρας, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα συμμετείχαν ενεργά στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών, τολμούν να παραδεχτούν το αδιέξοδο και την άνιση κατανομή των βαρών αυτής της πολιτικής. Ή ότι εξαιτίας αυτής ακριβώς της πολιτικής μεγάλο ποσοστό (σχεδόν ένας στους τρεις!) των Νεοελλήνων βρίσκεται είτε σε κίνδυνο φτώχειας είτε σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού, με ό,τι δραματικό συνεπάγεται αυτό για τις συνθήκες διαβίωσής τους. Ή ακόμη χειρότερα, ότι η οικονομική δυσχέρεια και το κλίμα πόλωσης των καιρών οδήγησε στην θεαματική αύξηση της ξενοφοβίας και του νεοναζισμού στην ελληνική κοινωνία. Παρόλα αυτά, άξιζε νομίζω η παρακολούθησή του, πετυχαίνοντας ίσως το σκοπό του να θέσει τον θεατή σε προβληματισμό. Προβληματισμό, κυρίως, για το πώς τελικά θα ανακάμψουμε.

Κάπως έτσι προβληματίστηκε και η παρέα μας και η συζήτηση κατέληξε στην επιτακτική ανάγκη χάραξης μακρόπνοου (σίγουρα πολύ πέρα από τον ορίζοντα της όποιας επόμενης δόσης ενός πακέτου ρευστότητας) εθνικού σχεδίου για το μέλλον της χώρας. Ο τόπος, όλοι μας είμαστε σίγουροι γι΄ αυτό, δε στερείται κανενός από κείνα τα αναγκαία για την υλοποίηση ενός εμπνευσμένου συλλογικού οράματος. Αν μη τι άλλο, διαθέτει το σημαντικότερο γι΄ αυτό το σκοπό: το υψηλής επιστημονικής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό, αυτό που τόσο καλά παρήγαγε όλα αυτά τα περασμένα χρόνια και το οποίο έτοιμο πλέον να δουλέψει σκληρά, αναγκάζεται δυστυχώς να μεταναστεύσει σε άλλες πολιτείες, μη έχοντας τη δυνατότητα να ανταποδώσει τίποτα.

Βέβαια, για τη χάραξη τέτοιου σχεδίου προϋποτίθενται μεγάλα πολιτικά αναστήματα, τέτοια που λίγα είχε την τύχη να δει ο τόπος και ιδίως σήμερα σπανίζουν. Αν για κάτι απογοήτευσε ο πρωθυπουργός της πρώτης αριστερής κυβέρνησης της μεταπολιτευτικής ιστορίας της Ελλάδος, παρά τα ευοίωνα σημάδια, ήταν για την απουσία ενός τέτοιου σχεδίου. Σχεδίου κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων, σχεδίου ασύμβατου όποιας κομματικής, πελατειακής, κρατικοδίαιτης ή στενά συντεχνιακής λογικής και, κυρίως, σχεδίου βασισμένου στην ταυτότητά μας, με τρόπο που να την αναδεικνύει. Απογοητευμένος σκέφτεται, λοιπόν, κανείς: «Και τώρα, πόσο θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη μέχρι να φέρει ο ρους της Ιστορίας έναν τέτοιο χαρισματικό, ανιδιοτελή ηγέτη;» 
  
Μήπως, όμως, σε τίποτα δεν ωφελεί αυτή η προσμονή για ένα και μοναδικό πρόσωπο που θα μας σώσει όλους, στάση στο πλαίσιο του λεγόμενου «μεσσιανισμού»; Μήπως, το ευγενές όραμα μιας καλύτερης αυριανής κοινωνίας θέλει τον καθένα να σταυρωθεί για να αναστηθεί μετά τόσο αυτός όσο και όλο το σύνολο; Πόσο διατεθειμένος είναι σήμερα κάποιος μέσα από τις επιλογές και τη στάση ζωής του να είναι λιγότερο ιδιοτελής; Να πάψει να είναι «παρτάκιας» και μόνο; Πότε έκανε τελευταία φορά κάποιος κάτι εκτός της περίφραξης του κήπου του, εκεί που ξεκινάει ο δημόσιος χώρος; Αναρωτιέμαι συχνά πόσοι θα ΄λεγαν όχι σε μια «καλή» θέση στο δημόσιο, εξασφαλισμένη όμως όχι με αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες, ακόμη και σήμερα που έχει πλέον γίνει στους περισσότερους σαφές τι ρίζα του κακού ήταν τέτοια φαινόμενα. Ή πόσοι θα αρνιόντουσαν, παρομοίως, μια ευκαιρία εύκολης φοροδιαφυγής; Και τέλος στην ουσία της δημοκρατίας, πόσο ενδιαφέρεται ο καθένας να ασκεί τον προβλεπόμενο ελεγκτικό ρόλο του απέναντι στους εκλεγμένους πολιτευτές του;

Δύσκολα αυτά ε; Πόσω μάλλον με τους δύσκολους ρυθμούς της σημερινής καθημερινότητάς μας... Ώπα, είπε κανείς ότι η δημοκρατία είναι εύκολη; Και γιατί όταν οι ίδιοι αποδεικνυόμαστε τόσο ιδιοτελείς στα απλούστερα, να αναμένουμε απ΄ την άλλη ανιδιοτελείς άρχοντες; Μα ένας καθρέφτης της κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν δεν είναι οι τελευταίοι; Κατ΄ αυτή την άποψη θεωρώ άκρως εύστοχο τον υπότιτλο που επέλεξε ο Αυγερόπουλος, τονίζοντας τη μετάβαση της εξουσίας από το δήμο στις στυγνές αγορές, μετάβαση η οποία εμείς από πλευράς μας φαίνεται πως είμαστε διατεθειμένοι να δρομολογηθεί!

Το ΄χε πει άλλωστε ο Θουκυδίδης, «Ή ελευθερία ή ησυχία». Και τα δύο δε γίνεται. Θέλει τη δική του προσωπική επανάσταση του καθενός η ελευθερία στο πλαίσιο της δημοκρατίας.



Καρέ από το ντοκιμαντέρ, όπως διατίθεται στο site

Sunday, May 17, 2015

Η γενιά με τα γένια

«Δεν ξέρω πόσα χρόνια ακριβώς χρειάζονται για να χαρακτηρισθεί ένα ηλικιακό γκρουπ γενιά, και για να πω και την αλήθεια δεν με ενδιαφέρει κιόλας, αλλά θεωρώ πως οι άντρες οι οποίοι είναι γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1985 μπορούν να χαρακτηριστούν σαν μια ξεχωριστή γενιά. Οι σημερινοί 30άρηδες λοιπόν, πάνω κάτω, κανονικοί άντρες στο μυαλό και στο σώμα αλλά έφηβοι στην πραγματικότητα. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκλωβισμένοι σε μία αέναη αναβλητικότητα και προσμονή. Προσμονή για το καλύτερο και το χειρότερο. 

[...]

Από την στιγμή λοιπόν που δικαιολόγησα γιατί κατά την άποψη μου αυτό το συγκεκριμένο ηλικιακό γκρουπ πρέπει να θεωρείται ξεχωριστή γενιά πρέπει να έχουν και κάτι που θα τους χαρακτηρίζει. Κάτι σαν σήμα κατατεθέν. Η γενιά του πατέρα μου, η λεγόμενη και γενιά του Πολυτεχνείου, εκτός από το Πολυτεχνείο και την χούντα είχαν τα μακριά μαλλιά και τα παντελόνια με τις τεράστιες καμπάνες. Η επόμενη γενιά είχαν το χαρακτηριστικό του τεχνοκράτη. Οι περισσότεροι σπουδαγμένοι και κυρίως πολύ καλά δικτυωμένοι κατέλαβαν τις καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και κυριάρχησαν στον κόσμο κάνοντας επίδειξη με τα ακριβά αυτοκίνητά τους, τα επώνυμα ρούχα τους και το κοστούμια. Οι γιάπηδες λοιπόν που ξεκίνησαν από την Αμερική και κατέκλυσαν όλο τον κόσμο. Στην συνέχεια είχαμε την γενιά που ήταν εμμονική με την εμφάνισή τους. Μέτρο- σέξουαλ νομίζω τους έλεγαν. Και φτάνουμε και στην δική μου. Προσπάθησα πραγματικά να βρω κάτι χαρακτηριστικό της αλλά μάταια. Το μόνο που μου ταίριαζε ήταν η αναμονή αλλά δεν μου κόλλαγε κάτι. Μέχρι να κοιταχτώ στον καθρέπτη και να καταλάβω. Είμαστε η γενιά με τα μούσια. Παντού γύρω σου βλέπεις τρίχες και μούσια. Άλλα μακριά και περιποιημένα, άλλα χύμα, άλλα κοντά, άλλα με κενά, άλλα ίσια, άλλα κατσαρά. Παντού μούσια. Η γενιά με τα γένια λοιπόν».


Αν και πρωτοδημοσιευμένο εδώ σχεδόν ένα χρόνο πριν, πέφτοντας ξανά σήμερα κατά λάθος πάνω του, μου αρέσει τόσο που βρίσκει θέση εδώ. Είναι μάλλον απλά που με αφορά!


Μην ξυρίζεσαι, μην απαρνιέσαι τη γενιά σου!

Saturday, May 2, 2015

«8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ανάπαυση»

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση

κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί

Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα

τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βιός

κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά

του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, Οδυσσέα Ελύτη


 Σήμερα, 1η του Μάη ο εορτασμός της εργατικής πρωτομαγιάς παγκοσμίως ως ανάμνηση των επιτευγμάτων μετά αιματηρών αγώνων της εργατικής τάξης, μεταξύ άλλων π.χ. του δεδομένου στις μέρες μας εβδομαδιαίου 40ωρου, αλλά και ως υπενθύμιση του διεκδικητικού της ρόλου, της δύναμής της. Το μήνυμα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος, 8 ώρες ανάπαυση» είναι ίσως ακόμη και σήμερα επίκαιρο αρκετά, κρίνοντας κι ο ίδιος ως εργαζόμενος σχετικά άνετων συνθηκών εργασίας, σε μια χώρα, όπου τα εργατικά κεκτημένα φυλάττονται σαν κόρη οφθαλμού. Παρόλα αυτά, δεν είναι λίγες οι φορές που καλείσαι, άμεσα ή έμμεσα, να καταρρίψεις το 8ωρο. Αν μάλιστα, όχι άδικα, συμπεριλάβει κανείς και τον χρόνο μετακίνησης προς κι από το χώρο εργασίας, ίσως απέχει δυστυχώς πολύ η πραγματικότητα από τις οραματιζόμενες 8 ώρες ελεύθερου χρόνου. Βέβαια, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν τέτοιου είδους ωράριο είναι πάντα εξωτερικά επιβαλλόμενο κι όχι ως αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών για απόκτηση υψηλότερων αποδοχών, έτσι ώστε να ψηλώνει και η αγοραστική δύναμη για κατανάλωση. Αν ο χρόνος είναι χρήμα, όπως συχνά λέγεται, τότε και το χρήμα θα πρέπει να είναι χρόνος, χρόνος κατά τον οποίο στερούνται αγαπημένα πρόσωπα ή ενδιαφέροντα... Πριν μεμφθεί λοιπόν κανείς τη μοίρα του, ας αναλογιστεί κατά πόσο τροφοδοτείται αυτή η κατάσταση από τον ίδιο!